Παρέμβαση βουλευτή Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ Ηρώς Διώτη στην ημερίδα του ΤΕΕ Κ&Δ Θεσσαλίας για τους υδάτινους πόρους

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ (26.06.2012)
Παρέμβαση Ηρώς Διώτη, βουλευτή Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ στην ημερίδα του ΤΕΕ Κ&Δ Θεσσαλίας με θέμα
«ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΠΟΡΟΙ : ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ»

Φίλες και φίλοι, χαιρετίζω την ημερίδα όπως και την ύπαρξη του διαχειριστικού σχεδίου για το νερό στη Θεσσαλία, γιατί σίγουρα είναι μια καλή αρχή. Δεν είναι η δουλειά μου να μπω αυτή τη στιγμή σε λεπτομέρειες, αλλά θα ήθελα όπως και στην προηγούμενη συνάντηση που είχε διοργανώσει η Ειδική Γραμματεία Υδάτων το Δεκέμβριο εδώ στη Λάρισα, να σταθώ σε μερικές βασικές αρχές. Όπως ανέφερα την προηγούμενη φορά, στη Νάπολη της Ιταλίας έγινε τον περασμένο Δεκέμβρη η πρώτη συνάντηση ευρωπαϊκών φορέων, συνδικάτων, κοινωνικών κινημάτων και άλλων κοινωνικών ομάδων για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Κοινού Δικτύου για τη προστασία του νερού ως δημόσιο αγαθό.

Εκεί προέκυψαν μερικά πολύ σημαντικά πράγματα. Αναφέρεται λοιπόν στον Καταστατικό Χάρτη που προέκυψε από αυτή τη συνάντηση κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όλους μας. Ότι δηλαδή, θα πρέπει να είναι βιώσιμες οι πρακτικές διαχείρισης που προστατεύουν την οικολογία των υδάτινων κύκλων και διατηρούν την ποιότητα του νερού στα ποτάμια μας και στους υδροφόρους ορίζοντες, ώστε να θεωρούνται ως πιθανά πόσιμα. Αυτό είναι το μοντέλο διακυβέρνησης που θα πρέπει να αποφύγει την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομών (φράγματα, διασύνδεση ποταμών κα) που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο και που άμεσα προωθούν την εμπορευματοποίηση του νερού από μεγάλες εταιρίες.

Επίσης η προώθηση της διατήρησης και συντήρησης των υδάτινων κύκλων ως κυρίαρχη “στρατηγική μείωσης” των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής ζητήθηκε από αυτόν τον καταστατικό χάρτη να ενσωματωθεί στις διαπραγματεύσεις της Σύμβασης-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Αλλαγή του Κλίματος. Είναι ανεπίτρεπτο να καταστρέφονται υδάτινοι κύκλοι με την κατασκευή μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών ώστε να παράγεται υποτίθεται “καθαρή” ενέργεια.

Σύμφωνα με τον καταστατικό αυτό χάρτη, χρειάζεται μία σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην ΕΕ και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για τις πολιτικές μετατροπής του νερού ως χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, μέσα στο πλαίσιο της «Πράσινης Οικονομίας» και της εισαγωγής μιας παγκόσμιας αγοράς νερού. Όπως και πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι χώρες μέλη να εξασφαλίσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε καλής ποιότητας νερό, αναγνωρίζοντας ότι αυτό μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο κάτω από τον δημόσιο έλεγχο.

Αυτά είναι κυρίες και κύριοι κορυφαία και επίδικα ζητήματα στο θέμα του νερού, που πρέπει να είναι ο κορμός της αντίληψής μας προκειμένου να διαχειριστούμε ένα κοινό αγαθό. Όπως και τα ζητήματα της ποιότητας νερού και της εμβάθυνσης στο θέμα αυτό, όχι μόνο για να περιγράψουμε εστίες μόλυνσης αλλά να διαχειριστούμε το πρόβλημα που αφορά την υγεία κάθε πολίτη, και αυτό πρέπει να προβλέπεται για κάθε περιφέρεια της χώρας. Έγινε συζήτηση για παράδειγμα, στην Στερεά Ελλάδα για τα σχέδια της εκεί διαχείρισης νερού και δεν υπήρχε ούτε μια λέξη για το εξασθενές χρώμιο και τι κάνουμε με αυτό που όπως γνωρίζεται είναι νούμερο 1 πρόβλημα. Στο διαχειριστικό σχέδιο για τη Θεσσαλία αναφέρεται το μείζον θέμα της μη τήρησης των κανονισμών για την διάθεση αποβλήτων από βιομηχανίες με αποτέλεσμα την μεγάλη επιβάρυνση, για να το πω μαλακά, της ποιότητας του νερού. Αυτό όμως είναι κάτι γενικό και αφηρημένο αν παραμένει έτσι ως μια γενική διαπίστωση. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε έτσι.

Επίσης στο μεγάλο κομμάτι του διαχειριστικού σχεδίου για τους Περιβαλλοντικούς στόχους και τις εξαιρέσεις, απ’ ότι κατάλαβα αν και δεν είμαι ειδική, υπάρχουν εκατοντάδες σελίδες που απλά μας περιγράφουν τι υποχρεούμαστε με βάση την κοινοτική νομοθεσία και στο τέλος υπάρχει και η αξιολόγηση των νέων έργων, που είναι όλα φράγματα, και παρ’ όλο που σε πολλά αναφέρει ότι δημιουργούν σημαντικό πρόβλημα στο τέλος το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και πως δεν εμποδίζει, το κάθε ένα από αυτά τα έργα, τη διατήρηση της καλής οικολογικής κατάστασης. Έχω την αίσθηση πως δεν μας αρκούν αυτές οι προσεγγίσεις και εμείς θα το μελετήσουμε αναλυτικά με ειδικούς.

Σε όλο τον κόσμο φίλες και φίλοι δίνεται μάχη για την επανακοινωνικοποίηση του νερού ως δημόσιο αγαθό. Εμείς πρέπει να το διατηρήσουμε αυτό που έχουμε και να εξασφαλίσουμε πρόσβαση σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Κάποιες χώρες είχαν τόσο άσχημη εμπειρία, όπως η Ουρουγουάη και η Βολιβία αλλά και η Ολλανδία στα πιο κοντά μας, ώστε η ιδιωτικοποίηση νερού να θεωρείται παράνομη. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο ο προφανής, η παράδοση ενός φυσικού μοναδικού αγαθού σε μια ιδιωτική εταιρία που, όπως λέει η παγκόσμια εμπειρία, θα ανεβάσει τις τιμές για λόγους κέρδους αλλά και η απειλή διακοπής του , όπως και η εγκατάλειψη των ζητημάτων ποιότητας. Ένα παράδειγμα που σοκάρει είναι αυτό του Βελγίου όπου η ιδιωτική εταιρία Veolia που είχε υπό τον έλεγχο της την λειτουργία μονάδας επεξεργασίας λυμάτων, σκόπιμα σταμάτησε την επεξεργασία των λυμάτων ως διαπραγματευτικό χαρτί για να λύσει τις διαφορές της με την κυβέρνηση. (!!!!). Όπως πρόσφατα ακούσαμε στις ανακοινώσεις της καινούριας κυβέρνησης για τις αποκρατικοποιήσεις, το νερό είναι πρώτο στο σχεδιασμό τους. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τουλάχιστον να ρωτηθούν οι πολίτες, όπως έγινε στο δημοψήφισμα στην Ιταλία που είπε κατά 96 % όχι.

Εμείς προτείνουμε ορισμένες βασικές αρχές, τις έχουμε ξαναδιατυπώσει, που πρέπει να τηρούνται στην άσκηση της υδατικής πολιτικής και στις οποίες πρέπει να στηρίζεται το οποιοδήποτε σχέδιο διαχείρισης όχι μόνο για τη Θεσσαλία, αλλά και για ολόκληρη τη χώρα. Αυτές είναι:

Το νερό είναι φυσικός πόρος σ’ ανεπάρκεια και όχι ένα εμπόρευμα. Ως φυσικός πόρος μέγιστης σημασίας για την ίδια την ζωή και τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος δεν πρέπει να συνδέεται η ιδιοκτησία του με τον ιδιοκτήτη της γης, όπως ισχύει και για τα ενεργειακά ορυκτά.

Η σωστή διαχείριση της ζήτησης. Πρέπει να αποτραπούν τα φαινόμενα σπατάλης που οφείλονται είτε στην κακή αρδευτική μέθοδο, είτε στην παλαιότητα (ή και την ανυπαρξία) του αρδευτικού δικτύου. Εάν σε αυτές τις 2 παραμέτρους προστεθεί και η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών  τότε το σύνολο της εξοικονόμησης του νερού μπορεί να υπερβεί και το 60-70%.

Η ενίσχυση και η ανάπτυξη της έρευνας οφείλει να κατατείνει στη δημιουργία ενός επαρκούς δικτύου παρακολούθησης και καταγραφής δεδομένων ποιοτικών και ποσοτικών παραμέτρων του νερού.

Να υπάρχει σαφής διάκριση της κοστολόγησης και της τιμολόγησης του νερού και σ’ ότι αφορά την τιμολόγηση να ισχύει η αρχή ότι η πολιτεία οφείλει να καλύπτει με επάρκεια τις βασικές ανάγκες σε νερό, με αντίστοιχη ποιότητα για κάθε χρήση όχι στη βάση εμπορευματικών, ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων.

Τέλος σ’ ότι αφορά την ενημέρωση της κοινωνίας και τη λαϊκή συμμετοχή θα πρέπει η συμμετοχή των φορέων (παραγωγικών, επιστημονικών, τοπικών) να έχει ουσιαστικό ρόλο και όχι συμβουλευτικό.

Η χώρα μας είναι πλούσια σε υδάτινους πόρους, αφού δεν υστερεί σε βροχοπτώσεις ούτε σε χιονοπτώσεις. Η σωστή διαχείριση λείπει και η πολιτική βούληση.

Στον τομέα της εξοικονόμησης των χρησιμοποιούμενων υδατικών πόρων, λοιπόν, η οποία θεωρείται σήμερα ως η φθηνότερη εναλλακτική πηγή νερού μπορούν να εξεταστούν και να εφαρμοστούν μέτρα και τεχνικές της διαχείρισης της ζήτησης του νερού. Με τη διεξαγωγή ενός εξειδικευμένου προγράμματος που θα έχει ως σκοπό τη διαχείριση της ζήτησης, είναι δυνατόν να περιοριστεί η κατανάλωση και να προσανατολιστούν οι ανάγκες στην κατεύθυνση της εξοικονόμησης του νερού και της προστασίας του περιβάλλοντος. Εκτός αυτών είναι δυνατόν να επιτευχθούν εξοικονόμηση ενέργειας, χαμηλότερες ειδικές καταναλώσεις σε περιόδους αιχμής, και κάλυψη των αναγκών νερού χωρίς απαραίτητα την ανάγκη εκτέλεσης μεγάλων έργων που είναι και οικονομικά πολυέξοδα και περιβαλλοντικά επιζήμια.

Επίσης, το γεγονός ότι τα ποιοτικά στάνταρ για το νερό της άρδευσης είναι χαμηλά σε σχέση με τις άλλες χρήσεις, επιτρέπει την επανάχρηση νερού που είχε καταναλωθεί στην ύδρευση ή τη βιομηχανία. Διεθνώς έχουν αναπτυχθεί τεχνικές επαναχρησιμοποίησης αστικών λυμάτων, ως νερό άρδευσης στη γεωργία, με σημαντική επιτυχία. Επίσης, έχει αποδειχτεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση των επεξεργασμένων αποβλήτων για την κάλυψη αρδευτικών αναγκών, επιφέρει σημαντική εξοικονόμηση νερού.

Εκτός από τον περιορισμό της κατανάλωσης νερού απαιτείται άμεσα μία συνολική μεταστροφή των υδροληψιών, από τα υπόγεια στα επιφανειακά νερά. Η τάση αυτή είναι απαραίτητο να διαπνέει όλη τη διαδικασία σχεδιασμού των νέων έργων αλλά και της ολοκλήρωσης όσων βρίσκονται υπό κατασκευή, και μάλιστα το οποιοδήποτε πλεόνασμα προκύψει δεν θα πρέπει να κατευθύνεται σε νέες χρήσεις, αλλά για τον εμπλουτισμό των υποβιβασμένων υδροφορέων.

Μιλώντας για νέα έργα φυσικά εννοούμε τη δημιουργία μικρών ταμιευτήρων, που είναι φιλικοί στο περιβάλλον και γενικότερα η λειτουργία τους εμπίπτει στις αρχές της βιώσιμης διαχείρισης του νερού. Πρόκειται για έργα που μπορούν να αποθηκεύσουν μικρές ποσότητες νερού (συνήθως μεταξύ των 10.000 m3 και 100.000 m3).

Σε συνέχεια, όσων είπαμε το Δεκέμβριο, όπου τότε ακόμη συζητιόταν η εξέταση ή μη της εκτροπής νερών από τον Αχελώο, βλέπουμε τώρα ότι στα Προκαταρκτικά Προγράμματα Βασικών και Συμπληρωματικών Μέτρων για την Προστασία και Αποκατάσταση των Υδατικών Συστημάτων που αφορούν στο Υδατικό Διαμέρισμα Θεσσαλίας, προτείνονται ως ρεαλιστικότερα τα δύο από τα τρία αρχικά σενάρια για την πρόβλεψη πρόσθετων συμπληρωματικών μέτρων, για τη νέα διαβούλευση: το ένα είναι χωρίς μεταφορά νερού από τον ποταμό Αχελώο και το άλλο με μεταφορά από τον ποταμό Αχελώο 250 εκατ. m3 ανά Έτος, που συνεπάγεται και τη συνέχιση των έργων της εκτροπής του. Εάν κάνουμε μία πρόχειρη πρόσθεση των ποσών των εκτιμώμενων επενδύσεων στη μία και την άλλη περίπτωση, θα δούμε ότι το σενάριο που δεν περιλαμβάνει τον Αχελώο είναι κατά 91 εκατομμύρια περίπου φθηνότερο από αυτό που ενέχει την εκτροπή. Όμως, πρέπει εδώ να συλλογιστούμε ότι από το 1925, οπότε και πρωτοσυζητήθηκε το σχέδιο εκτροπής υδάτων από τον Αχελώο προς τη Θεσσαλία μέχρι τα τώρα, πόσες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν στο έργο αλλά και πόση ζημιά έχει γίνει στο περιβάλλον, εξαιτίας των μέχρι σήμερα παρεμβάσεων.

Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, και στο πλαίσιο της νέας φάσης διαβούλευσης των σχεδίων διαχείρισης, επαναλαμβάνουμε ότι ως ΣΥΡΙΖΑ είμαστε της άποψης ότι οι μεγάλης έκτασης παρεμβάσεις στη φύση, όπως το έργο της εκτροπής του Αχελώου, είναι και περιβαλλοντικά επιζήμιες αλλά πλέον και οικονομικά αλλά και κοινωνικά ασύμφορες, όπως έχει παγκοσμίως αποδειχτεί. Θεωρείται δε βέβαιο ότι ακόμη και σήμερα, τυχόν ολοκλήρωσή του θα συντηρήσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το υπάρχον υδροβόρο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης. Για τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε ότι πρέπει να προκριθεί το σενάριο χωρίς μεταφορά νερού από τον Αχελώο.

Σε ό,τι αφορά τέλος, το θέμα Αχελώου, το Δεκέμβρη είχαμε πει ότι αναμένουμε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία δεν έχει εκδοθεί νομίζω ακόμη, όμως η πρόσφατη καταδίκη της χώρας μας από τον ίδιο θεσμικό φορέα για τα –μη υφιστάμενα- σχέδια διαχείρισης, προϊδεάζουν ενδεχομένως για την απόφαση σχετικά με την εκτροπή του Αχελώου.

Στα υπόλοιπα: Ο σχεδιασμός των έργων προστασίας και αποκατάστασης των υδροφορέων θα πρέπει να περιλαμβάνει τις σύγχρονες μεθόδους τεχνητού εμπλουτισμού, χωρίς να παραβλέπονται οι παραδοσιακές μέθοδοι, όπως η δημιουργία μικροφραγμάτων, σε επιλεγμένα από το μοντέλο σημεία, σε κλάδους χειμάρρων στην ορεινή κυρίως ζώνη. Μέχρι την ολοκλήρωση των έργων επιβάλλεται το αυστηρό μέτρο του δραστικού περιορισμού των αντλήσεων, της αποφυγής της άρδευσης χειμερινών σιτηρών και φυσικά καμία νέα αδειοδότηση ανόρυξης γεωτρήσεων.

Δυστυχώς αντί για τα παραπάνω οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων επιμένουν στις αναπτυξιακές τους μονομανίες. Ο αδιέξοδος δρόμος της μεγέθυνσης της παραγωγής και άρα και της κατανάλωσης, και της αναζήτησης διαρκώς νέων υδατικών πόρων, οφείλει να δώσει σήμερα τη θέση του στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης του νερού.

Αντί να επιχειρούμε να αυξήσουμε τα φυσικά αποθέματα στα οποία στηρίζεται η ανάπτυξη, θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να συντηρήσουμε τις υδροβόρες δραστηριότητες σε επίπεδα ανάλογα των φυσικών διαθεσίμων. Η λύση επομένως δεν θα έρθει με τον σχεδιασμό μεγάλων έργων εκτροπής ποταμών ή μεταφοράς νερού από μακριά, αλλά με τη συντονισμένη παρέμβαση και την προσαρμογή της ζήτησης στις πραγματικές φυσικές δυνατότητες, που θα μας οδηγήσει σε μία αρμονική με τη φύση και το περιβάλλον ζωή, αλλά και σε κοινωνική δικαιοσύνη σε σχέση με την πρόσβαση στο νερό. Οι φυσικοί πόροι φίλες και φίλοι είναι μια κοινή περιουσία. Δεν είναι για πούλημα. Αποτελούν την εγγύηση της ύπαρξης της κοινωνίας μας και στο μέλλον.

Advertisements