Το μετέωρο βήμα της Ευρώπης

Του Γιώργου Σταθάκη, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ ν.Χανίων
(αναδημοσίευση από Αυγή 8/7/2012)

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της περασμένης εβδομάδας προκάλεσε αναπόφευκτα μεγάλη αναταραχή στην Ε.Ε. Οι σκληροπυρηνικοί Γερμανοί απειλούν με ακύρωση της απόφασης στο συνταγματικό δικαστήριο και η Μέρκελ ισχυρίζεται ότι δεν αποφασίστηκε απολύτως τίποτα καινούργιο. Η Ολλανδία και η Φινλανδία δήλωσαν μάχιμες στην ιδέα να ακυρώσουν την απόφαση στα κοινοβούλιά τους. Η Ιρλανδία ζήτησε αμέσως ένταξη στο νέο πλαίσιο. Η Ισπανία χαιρέτισε την απόφαση. Η Ιταλία, ο “μεγάλος νικητής”, έγινε η πρώτη χώρα που είπε ρητά “όχι” στη Γερμανία. Οι Βρετανοί, εμμονικοί με το “αδύναμο ευρώ”, είπαν ότι δεν ήταν σημαντική η απόφαση για τη διάσωση του ευρώ και μάλιστα οραματίστηκαν προς στιγμήν μια Ευρώπη κλειστών συνόρων, σε περίπτωση χρεωκοπίας κάποιας χώρας. Οι πιο πολλοί συμφώνησαν ότι μία νέα αρχιτεκτονική της πολιτικής εξουσίας στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε με τις 3 από τις 4 ισχυρές οικονομίες (οι 4 οικονομίες είναι το 80% της Ευρωζώνης) να συγκροτούν ενιαίο μέτωπο απέναντι στη Γερμανία.

Τι ήταν, τελικά, αυτό που προκάλεσε τέτοιες δραματικές αντιδράσεις; Πάρθηκαν τέσσερις αποφάσεις. Πρώτον, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μπορεί να γίνει όπως και πριν, με χρήματα του μόνιμου μηχανισμού, του ESM, χωρίς όμως τώρα να εμπλέκεται το κάθε κράτος και, συνεπώς, χωρίς τα χρήματα αυτά να προστίθενται στο δημόσιο χρέος. Ακόμα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα καλείται να αναλάβει έναν πιο ισχυρό εποπτικό ρόλο του τραπεζικού συστήματος, ενώ αναμένεται να ιδρυθεί ένας νέος θεσμός αμοιβαίας ασφάλισης των τραπεζών. Δεύτερον, ψηφίστηκε ένα υποτονικό αναπτυξιακό πακέτο προκειμένου να απαντήσει στο πρόβλημα της ύφεσης. Τρίτον, ο ESM μπορεί να προβαίνει σε αγορές ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά ή να παρεμβαίνει, όποτε αυτό κρίνεται σκόπιμο, για να επηρεάζει το επιτόκιο δανεισμού μιας χώρας από τις αγορές, υπό ειδικούς όρους, που μέλλει να αποφασιστούν. Τέταρτον, ομόλογα ειδικού σκοπού μπορούν εν δυνάμει να αποτελέσουν ένα εργαλείο που θα χρησιμοποιηθεί στο μέλλον, χωρίς να αποκλείονται και ομόλογα κοινού ευρωπαϊκού χαρακτήρα.

Οι αποφάσεις είναι προκαταρκτικού χαρακτήρα και οι λεπτομέρειες θα προσδιορίσουν, φυσικά, τη δυναμική των αποφάσεων αυτών. Το δεύτερο εξάμηνο του 2012, αυτά θα αποσαφηνιστούν. Εν πολλοίς, αυτό θα αποτελέσει και το αντικείμενο των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον νέο άξονα της Ευρώπης, τον γερμανικό-γαλλικό-ιταλικό. Προηγουμένως, ένα κείμενο των ηγετών των θεσμικών οργανισμών της Ε.Ε. (Βαν Ρομπάι) είχε ανοίξει τα τέσσερα παραπάνω θέματα. Εφόσον δεν δεσμεύτηκαν νέα χρήματα στον ESM και παραμένει η οροφή των 500 δισ., όντως, η απόφαση, ως έχει, δεν αλλάζει ριζικά τα πράγματα.

Εντούτοις, η απόφαση προκάλεσε τόσο σημαντικές αντιδράσεις επειδή επανατοποθετεί για πρώτη φορά την ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης σε διαφορετική βάση από ό,τι στο παρελθόν. Αναγνωρίζει ότι η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τρία προβλήματα: το δημόσιο χρέος, την αστάθεια του τραπεζικού συστήματος και την ύφεση. Μέχρι τώρα κάθε χώρα που είχε πρόβλημα χρέους ή τραπεζών ή και τα δύο, η πολιτική το αντιμετώπιζε μονοσήμαντα, ως πρόβλημα δημόσιου χρέους. Η αναχρηματοδότηση του χρέους γινόταν έναντι ενός Μνημονίου που επέβαλλε πολιτικές λιτότητας χάριν της δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι πολιτικές αυτές προφανώς προκαλούσαν ύφεση, αλλά η ύφεση ήταν το καλύτερο εργαλείο για προσαρμογή μισθών, αξιών και κεφαλαίων σε χαμηλότερα επίπεδα χάριν της ιδέας της εσωτερικής υποτίμησης. Η Ευρωζώνη του κοινού νομίσματος προωθούσε την ιδέα της απόκλισης. Κάθε οικονομία έπρεπε μόνη της να προσαρμοστεί στα πραγματικά της δεδομένα.

Η πολιτική αυτή, της περιόδου 2009-2012, έφθασε σε πλήρες αδιέξοδο. Οι μικρές οικονομίες, τύπου Ελλάδας, Πορτογαλίας, Ιρλανδίας, ήταν εύκολοι πολιτικοί στόχοι επίδειξης ισχύος και δοκιμασίας αυτής της πολιτικής. Μόλις όμως έφθασε σε μία ή περισσότερες από τις τέσσερις βασικές χώρες, η πολιτική αυτή κατέρρευσε.

Η Σύνοδος Κορυφής αποτελεί τομή διότι ενοποιεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο το τραπεζικό σύστημα, την αντι-υφεσιακή πολιτική και το εθνικό δημόσιο χρέος. Αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η προηγούμενη πολιτική ενισχύει τις υπάρχουσες ανισορροπίες, καθώς οι πλεονασματικές χώρες συγκεντρώνουν όχι μόνο πλεονάσματα που προκύπτουν από τις εμπορικές ροές, αλλά ταυτόχρονα αποκτούν επιπρόσθετες ροές χρηματικών πόρων από τις ελλειμματικές χώρες, που επιταχύνουν τη δημοσιονομική κρίση και την ύφεση.

Συνεπώς, η κοινή ανάληψη ευθυνών και συντονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο καλείται να ακυρώσει τη ροή χρηματικών πόρων (καταθέσεων και κεφαλαίων) από τον Νότο στον Βορρά, να αναβιώσει τη διατραπεζική αγορά για το σύνολο των τραπεζών, να διαχειριστεί το δημόσιο χρέος με την απαραίτητη και αναγκαία συνευθύνη (άρα με μέσο επιτόκιο για όλες τις χώρες) και να αντιμετωπίσει την ύφεση με αναδιανομή επενδυτικών πόρων προς τις οικονομίες με τη μεγαλύτερη ύφεση. Η Σύνοδος Κορυφής άνοιξε έναν δρόμο. Αποτελεί τομή ως προς αυτό. Άλλαξε τον τρόπο συζήτησης. Η συνέχεια θα είναι εξαιρετικά κρίσιμη.

Advertisements