Η αρχή του τέλους

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ
Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΔΠΘ
Πηγή: Ελευθεροτυπία

Η διαδικασία της ψήφου δυσπιστίας έδειξε στις πραγματικές της διαστάσεις την πολιτική γύμνια της κυβέρνησης, αλλά και τη στρατηγική που έχει επιλέξει για όσο διάστημα της απομένει. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, ασκούνται στην πράξη οι προτάσεις μομφής. Η κοινοβουλευτική εμπειρία όλης της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας δείχνει ότι η κομματική πειθαρχία κρατά πάντα τα πρόβατα στο μαντρί.  (Ειδικά σήμερα, που τα περισσότερα από αυτά θα οδηγηθούν σε βέβαιη σφαγή στις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν.)

Συνεπώς, η αντιπολίτευση ενεργοποιεί το ύψιστο μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου που διαθέτει όχι για να ανατρέψει την κυβέρνηση, αλλά για να αναδείξει τις αντιφάσεις της πολιτικής της, ειδικά σε ακραίες επιλογές, όπως η ολοκλήρωση του αυταρχικού πραξικοπήματος – κλεισίματος της ΕΡΤ.

Η στάση του πρωθυπουργού ήταν εξόχως αντικοινοβουλευτική, ό,τι θα περίμενε κανείς από πολιτικό που σε δεκαπέντε μήνες έχει εμφανιστεί μόνο τρεις φορές στη Βουλή και δεν έχει απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις που του απευθύνθηκαν, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής. Απείλησε, μάλιστα, ότι δεν θα ξανάρθει, εάν δεν συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις του το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η επίπλαστη λαϊκότητα που επέλεξε στην τελική του ομιλία, στα όρια της κουτσαβάκικης μαγκιάς, ξένισε μερικούς, που δύσκολα αναγνώρισαν σε αυτήν τον φύσει και θέσει μεγαλοαστό Αντώνη Σαμαρά.

Αποτελεί όμως αυτή σκόπιμη επιλογή, που σκοπό δεν έχει να πείσει τον ελληνικό λαό, αλλά απλώς να συσπειρώσει το σκληρό πυρήνα της δεξιάς παράταξης, παράλληλα με τη θεωρία των δύο άκρων. (Προσωπικά το ύφος και το ήθος της πρωθυπουργικής εμφάνισης μου θύμισε τον εσμό των ακροδεξιών που παρουσιάζει ο Αγγελόπουλος στο «Θίασο» να φιλομαχούν με την αριστερή παρέα στην ταβέρνα, την επαύριο των Δεκεμβριανών.)

Δεν μίλησε, συνεπώς, για να πείσει, αλλά για να περιχαρακώσει και να διχάσει. Ετσι εξηγούνται και πλήρως στερούμενες νοήματος, α-νόητες, φράσεις, όπως η απίθανη κατηγορία προς τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι «πλαστογραφεί ένα μέλλον που δεν υπάρχει» (sic!). Για τους άλλους, όσοι δεν ανήκουν στην αταβιστική Δεξιά, η πρωθυπουργική ομιλία απλώς επιχείρησε να αποπροσανατολίσει. Ισχυρίστηκε, για παράδειγμα, ότι το 2014 φεύγουμε ούτως ή άλλως από το Μνημόνιο, οπότε, τάχα, η αντίθεση στις μνημονιακές πολιτικές δεν θα έχει πια περιεχόμενο.

Εντούτοις, πέραν του ότι μας ετοιμάζουν και νέο Μνημόνιο, ακόμη και εάν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, θα παραμείνει αλώβητο όλο το παρασύνταγμα των νόμων, Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και Πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου που μας επιβλήθηκαν και που κατάργησαν, ανάμεσα σε άλλα, την ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τον ελάχιστο νόμιμο μισθό, την αργία της Κυριακής, τη δωρεάν Υγεία. Προσπάθησε, επιπλέον, ο πρωθυπουργός να μπερδέψει τα Μνημόνια και τη νομοθεσία τους με τις δανειακές συμβάσεις, αν και πρόκειται για αλληλένδετα, διαφορετικά όμως πράγματα.

Δύο είναι τα βασικά πράγματα που πρέπει να ξέρουμε σχετικά:

α) Τα Μνημόνια καθ’ εαυτά δεν αποτελούν διεθνείς συμβάσεις, συνεπώς από αυτά δεν απορρέουν διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας, ούτε οι σχετικοί νόμοι που τα εφαρμόζουν έχουν τυπική ισχύ ανώτερη από το νόμο.

β) Δεδομένου ότι οι δανειακές συμβάσεις, που αποτελούν διεθνή συνθήκη, δεν έχουν κυρωθεί από τη Βουλή, οι σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές δεν έχουν υπερνομοθετική ισχύ, ως κανόνες διεθνούς δικαίου.

Συνεπώς, όλοι οι μνημονιακοί νόμοι μπορεί να καταργηθούν με μεταγενέστερο νόμο, με απλή πλειοψηφία, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταγγελία των δανειακών συμβάσεων. Επομένως, δεν υπάρχουν νομικά προβλήματα για μία νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα στηριζόταν στο λαό για να τερματίσει την καταστροφική εξάρτηση της χώρας από τις άδικες και αντιαναπτυξιακές δεσμεύσεις που της επιβλήθηκαν.

Είναι, βέβαια, αλήθεια ότι σε μία τέτοια περίπτωση οι δανειστές μας μπορεί να καταγγείλουν από τη δική τους μεριά τη δανειακή σύμβαση, επικαλούμενοι ως λόγο καταγγελίας την κατάργηση των μνημονιακών νόμων. Τούτο δεν θα σημαίνει την έξοδο της χώρας από το ευρώ, που είναι νομικά αδύνατη, δεδομένου ότι δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη στις συνθήκες. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να συνεπάγεται τη διακοπή της χρηματοδότησης, πράγμα που όμως θα σημαίνει κυρίως ότι οι δανειστές μας δεν θα πάρουν πίσω τα δανεικά τους. Γι’ αυτό το λόγο, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι θα προχωρήσουν σε παρόμοια κίνηση, που θα αποσταθεροποιήσει, μάλιστα, όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Θα αναγκαστούν να διαπραγματευτούν, για πρώτη φορά μετά το 2010.

Για το σκοπό αυτό πρέπει να τελειώνουμε με την παρούσα κυβέρνηση.

Advertisements